ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

ΜΕΝΟΥ

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2020



Η ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ
Το γεγονός της Υπαπαντής, δηλαδή, της συναντήσεως του Χριστού με τον προφήτη Συμεών, στο ναό του Σολομώντα, σαράντα ημέρες μετά την γέννησή Του, περιγράφει στο κείμενο του ευαγγελίου του μόνο ο ευαγγελιστής Λουκάς, στο Κεφ. Β, στ.22-39.
Σύμφωνα με τον μωσαϊκό νόμο η Παρθένος Μαρία μετέβη εις τον ναό, όταν συμπληρώθηκαν σαράντα ημέρες από της γεννήσεως του «παιδίου», όπως χαρακτηριστικά γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς: «επλήσθησαν αι ημέραι του καθαρισμού αυτών κατά τoν νόμον Μωϋσέως» και αλλού: «παραστήσαι τω κυρί, καθώς γέγραπται εν νόμ κυρίου, ότι παν άρσεν διανοίγον μήτραν άγιον τω κυρί κληθήσεται» καθώς επίσης και: «του δούναι θυσίαν κατά το ειρημένο εν τω νόμ κυρίου».
Η προσφορά θυσίας για την γέννηση, είτε αρσενικού είτε θηλυκού τέκνου, ορίζεται σαφώς από τον νόμο, ως μια διαδικασία, ευχαριστιακή και δοξολογική προς τον Θεό.
Η προσέλευση του νεογέννητου Χριστού στο Ναό, δηλώνει απερίφραστα, ότι ο Χριστός, αν και γεννήθηκε με υπερφυσικό, υπέρλογο και άγιο τρόπο, εντούτοις δεν παύει να είναι άνθρωπος και ως άνθρωπος μετέχει όλων των διατάξεων του νόμου.
Η παρουσία του προφήτη Συμεών στο Ναό, που υποδέχεται τον Χριστό και ζητά από αυτόν με ικετευτικό τρόπο την απολύτρωση, ενώ συνάμα προφητεύει τόσο για τον ίδιο όσο και για την μητέρα Του, χαρακτηρίζεται  σημαντική.
Πράγματι ο ευαγγελιστής Λουκάς περιγράφει μια όμορφη οικογενειακή ενέργεια, μια κοινή πράξη της καθημερινότητας των ανθρώπων της τοπικής κοινωνίας και ταυτόχρονα μια ασύλληπτη νοηματικά πράξη, καθώς,  «ο  παλαιός των ήμερων, νηπιάσας σαρκί, υπό Μητρός Παρθένου τω Ιερώ προσάγεται».
Την εντολή του καθαρισμού κατά την τεσσαρακοστή ήμερα έδωσε στον Μωυσή, ο ίδιος ο Θεός, δηλαδή ο άσαρκος Λόγος του Θεού,   και είχε καθιερωθεί για όλους τους Ισραηλίτες. Η εντολή δόθηκε στον Μωυσή πριν ακόμη γίνει η έξοδος των Ισραηλιτών από την Αίγυπτο, δηλαδή πριν την διάβαση τους από την Ερυθρά θάλασσα.
Η εντολή δεν αφορούσε μόνον τους ανθρώπους, αλλά και τα πρωτότοκα αρσενικά των ζώων, τα όποια έπρεπε να ξεχωρίζονται και να προσφέρονται στον Θεό.
Η τήρηση του νόμου της προσφοράς στον Ναό υπάγεται στο μυστήριο της θείας κενώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού. Αφού ο ίδιος ο Λόγος του Θεού έδωσε τον νόμο στον Μωυσή, όταν προσέλαβε την ανθρωπίνη σάρκα έπρεπε να τον εφαρμόσει, για να μη φανεί παραβάτης του νόμου. Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέγει ότι, όταν βλέπει κανείς τον Χριστό να τηρεί τον νόμο αυτόν δεν πρέπει να σκανδαλισθεί, αλλά να εννοήσει περισσότερο «της οικονομίας το βάθος».
Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο Χριστός δεν είχε ανάγκη καθαρισμού, αφού ο καθαρμός νομοθετήθηκε στην Παλαιά Διαθήκη και για τους γεννήτορας και για τα γεννώμενα, αλλά το έκανε χάριν υπακοής στον Νόμο που Αυτός ο Ίδιος έδωσε. Δεν είχε ανάγκη καθαρμού ο Χριστός, γιατί συνελήφθη ασπόρως και γεννήθηκε αφθόρως. «Πάντως ουκ ην χρεία καθαρισμού, άλλ' υπακοής ην έργον».
Βέβαια, η υπακοή έχει την έννοια της υπακοής στον νόμο του Θεού, αλλά και της υπακοής του νέου Αδάμ, εν αντιθέσει με την ανυπακοή του παλαιού Αδάμ. Εάν, δηλαδή, η ανυπακοή του πρώτου Αδάμ είχε συνέπεια την πτώση και την φθορά, η υπακοή του νέου Αδάμ, του Χριστού, επανέφερε την παρακούσασα ανθρώπινη φύση στον Θεό και θεράπευσε τον άνθρωπο από την ευθύνη της παρακοής, σημειώνει ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.
Συνεπώς, ο προαιώνιος Θεός, που ταυτόχρονα ως Λόγος του Θεού ήταν πάντοτε ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα, και διηύθυνε τον κόσμο, όλα τα σύμπαντα, παρουσιάζεται ως βρέφος στον Ναό, ευρισκόμενος στην αγκαλιά της μητέρας Του.
Αν και ο Χριστός ήταν νήπιο, ταυτόχρονα ήταν ο «προ αιώνων Θεός», και γι' αυτό ήταν σοφότερος από κάθε άλλον. Γνωρίζουμε ότι από την ένωση θείας και ανθρώπινης φύσεως στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, η ανθρώπινη φύση θεώθηκε, και γι' αυτό η ψυχή του Χριστού ήταν πλουτισμένη με το πλήρωμα της σοφίας και της γνώσεως. Μόνο που η σοφία αυτή εκφραζόταν ανάλογα με την ηλικία Του, γιατί αν γινόταν διαφορετικά θα φαινόταν ότι ήταν τέρας, διδάσκει ο Ιωάννης  ο Δαμασκηνός. Πάντως, καίτοι ο Χριστός ήταν νήπιος, εν τούτοις ήταν Θεός, έχοντας όλο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς και όλη την ανθρώπινη σοφία και γνώση, δυνάμει της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρώπινης φύσεως.
Με την νηπιότητα αυτή θεράπευσε το «νηπιώδες φρόνημα» του Αδάμ. Όταν ο Θεός έπλασε τον Αδάμ στον Παράδεισο, ο Αδάμ ήταν νήπιος, ως προς την Χάρη και τον αγιασμό. Είχε, βέβαια, φωτισμό νοός, αλλά έπρεπε να δοκιμασθεί και να φθάσει στην θέωση. Επειδή ήταν άπλαστος και νήπιος πνευματικά, επειδή είχε νηπιώδες φρόνημα, γι' αυτό εύκολα απατήθηκε από τον πονηρό δαίμονα, που γέρασε στην αμαρτία και την πονηρία. Γι' αυτό ο Χριστός, έχοντας την σωματική νηπιακή ηλικία, θεράπευσε όχι μόνον το νηπιώδες φρόνημα του Αδάμ, αλλά και την ανθρώπινη φύση, και έκανε αυτό που δεν κατόρθωσε να κάνει ο πρώτος Αδάμ.
Έτσι, με την ενανθρώπηση του Υιού Του, ο Θεός Πατήρ έκανε πιο βέβαιη και αποτελεσματική την θέωση του ανθρώπου. Δεν μπορούσε πια ο διάβολος να παραπλανήσει την εν Χριστώ ανθρώπινη φύση, όπως το έκανε με ευχέρεια στον πρώτο Αδάμ.
Ένα από τα σημαντικά και κεντρικά πρόσωπα της Υπαπαντής, εκτός βέβαια, από τον Χριστό και την Παναγία, ήταν «ο δίκαιος και ευλαβής» Συμεών, που αξιώθηκε να προϋπαντήσει τον Χριστό, να τον κρατήσει στα χέρια του και να τον αναγνωρίσει με την φώτιση του Παναγίου Πνεύματος. Όντως, πρόκειται για μια μεγάλη μορφή, τόσο για το ότι είδε τον Χριστό, όσο και για τα όσα είπε την στιγμή εκείνη.
Ο Ευαγγελιστής Λουκάς τον περιγράφει σαν έναν άνθρωπο απλό,  που κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ και ήταν δίκαιος και ευλαβής, «προσδεχόμενος παράκλησιν του Ισραήλ». Συγχρόνως λέγεται ότι είχε το Πνεύμα το Άγιο και του δόθηκε πληροφορία ότι δεν θα πεθάνει πριν να δει τον Χριστό Κυρίου (Λουκ. 2, 25-26). Όλα αυτά τα γνωρίσματα είναι χαρακτηριστικά ενός πνευματοφόρου ανθρώπου. Γι' αυτό και η Αγία Γραφή δεν ενδιαφέρεται για την κατ' άνθρωπον καταγωγή και τα στοιχεία της ανθρώπινης συγκροτήσεώς του, αφού είχε μια άλλη ζωή, μια ζωή πνευματικής κατευθύνσεως.
Ο Συμεών προσδεχόμενος τον Χριστό μέσα στο Ναό προτυπώνει σαφώς την αποδοχή, την συνάντηση του ανθρώπου και του Χριστού με την μετοχή στον ευχαριστιακό δείπνο της Βασιλείας που τελείται στον ναό, ο οποίος εγκαινιάζεται, αγιάζεται και καθιερώνεται για την διαδικασία αυτή, την τέλεση της Ευχαριστίας.
Σε αυτή την τελετουργία οικειοθελώς μετέχει ο άνθρωπος ερχόμενος σε επαφή και συνάντηση με τον Χριστό, επαναλαμβάνοντας τους λόγους του προφήτου Συμεών: «Νυν απολύεις τoν δούλον σου Δέσποτα», αναμένοντας πλέον την ανάσταση. Γιατί, τόσο η τέλεση της Θείας Ευχαριστίας, όσο και η μετοχή σε αυτήν είναι βασικά στοιχεία της πίστεως, καθώς αποτελούν την μόνιμη μαρτυρία της εκ νεκρών Αναστάσεως του Χριστού.
Η ορθόδοξη χριστιανική λατρεία είναι, όντως, λατρεία Αναστάσεως. Διότι όποιος κοινωνάει, έχει το Χριστό όχι πια στην αγκαλιά του, όπως ο Συμεών, αλλά μέσα στην ψυχή του, στην καρδιά του, μέσα στο αίμα του, μέσα στο είναι του. Αυτό που απολαμβάνουμε οι Χριστιανοί στην Εκκλησία είναι πολύ ανώτερο από αυτό που ένοιωσε ο Συμεών και η Άννα στο ναό. Εδώ γίνεται το θαύμα της Υπαπαντής του Χριστού. Σε κάθε Θεία Λειτουργία προϋπαντούμε τον Χριστό, και μας καλεί, λέγων: «Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το Σώμα» και «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το Αίμα μου».
Μέσα στη Θεία Λειτουργία, πραγματώνεται η προσωπική μας υπαπαντή ή συνάντηση με τον Αναστάντα, πια, Χριστό. Έτσι,  με την Θεία ευχαριστία, που είναι το κέντρο της Αγίας Αναφοράς, δεν εκπληρώνουμε απλά το χρέος προς το Θεό Πατέρα που «από την ανυπαρξία μας έφερε στην ύπαρξη και όταν ξεπέσαμε μας σήκωσε πάλι και δεν παρέλειψε να κάνει τα πάντα, μέχρις ότου μας ανέβασε στον ουρανό και μάς χάρισε τη μέλλουσα βασιλεία Του», αλλά ολοκληρωνόμαστε ως πρόσωπα.
 Είθε, δια πρεσβειών του Δικαίου Συμεών του Θεοδόχου, να βιώσουμε την αυθεντική ζωή της Χάριτος, όπως αυτή μας την διδάσκουν οι άγιοι της Εκκλησίας μας, και τέλος να αξιωθούμε κι εμείς οι ίδιοι, έμπλεοι της χαράς του Παναγίου Πνεύματος, και εκ μέσης καρδίας να αναμέλψουμε το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη...» (Λουκ. Β' 29).
Επιμέλεια κειμένου:
Πρωτ. Γεώργιος Σούλος