ΜΕΝΟΥ

ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2018

Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΩΣ ΣΥΝΕΡΓΟΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ .




 «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάν, α΄, 14).
Η χριστιανική πίστις είναι η βεβαιότης της σωτηρίας του ανθρώπου υπό του Θεού της αγάπης, ο οποίος προσέλαβε φιλανθρώπως την ημετέρα φύση και εχαρίσατο ημίν πάλι το διά της πτώσεως απολεσθέν «καθ’ ομοίωσιν», ικανώσας ημάς εις την κατ’ αλήθειαν ζωήν εν τω Σώματι Αυτού, τη Εκκλησίᾳ. Σύνολος η ζωή της Εκκλησίας εκφράζει το μυστήριον της θεανθρωπότητος. Ο Θεάνθρωπος Σωτήρ ανέλαβε «εκκλησίας σάρκα» και έδειξε, «πρώτος και μόνος», «τον αληθινόν άνθρωπο τέλειον τρόπων και ζωής και των άλλων ένεκα πάντων», γράφει στην «Πατριαρχική Απόδειξη» ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος.




Και συνεχίζει, λέγων, ότι η Εκκλησία του Χριστού είναι ο τόπος της «κοινής σωτηρίας», της «κοινής ελευθερίας» και της ελπίδος της «κοινής βασιλείας». Είναι ο τρόπος της βιώσεως της ελευθεροποιου αληθείας, ο πυρήν της οποίας είναι το αληθεύειν εν αγάπῃ. Η αγάπη αυτή υπερβαίνει τα όρια της απλής ανθρωπιστικής δράσεως, καθ’ ότι η πηγή και το πρότυπο αυτής είναι η υπερβαίνουσα τον ανθρώπινον λόγο, θεία φιλανθρωπία. «Εν τούτω εφανερώθη η αγάπ του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού. «Εν τούτω εστίν η αγάπ, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς Αγαπητοί́, ει ούτως ο Θεός ηγάπησεν ημάς και ημείς οφείλομεν αλλήλους αγαπάν».  Όπου υπάρχει αγάπη, εκεί είναι παρών Θεός.
Πράγματι, ο Θεός «ηγάπησεν ημάς», καθώς με την ενανθρώπησή του ο Λόγος ανέλαβε τη φύση στο σημείο, που ο Αδάμ την άφησε, αστοχώντας να την οδηγήσει στην αλήθειά της. Ανέλαβε ο Λόγος την χαμένη της υπόθεση, επιτυγχάνων στην απειροδυναμία του θεανδρικού προσώπου του το θεοδύναμο προορισμό της. Απάλειψε από τη φθαρμένη φύση το λάθος της παρακοής, αφαιρώντας απ’ αυτήν την φθορά, με τα οποία την έντυσε η προγονική παράβαση. Καθάρισε την «εικόνα» από την πτώση στην αμαρτία. Ένωσε τη φύση μας με τη θεότητα, κάνοντας τον άνθρωπο, κατά χάριν «θεό»! Τη θέωση της φύσεώς του θα πετύχαινε βέβαια και ο πρώτος άνθρωπος στο μέτρο, που θα παρέμενε πιστός στη φυσική του ενέργεια. Όμως η πτώση στην αμαρτία ανέκοψε τον θεοδύναμο αυτό προορισμό.
Ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέγει: «Επειδή ο Χριστός έγινε τέλειος άνθρωπος κατά την ψυχή και το σώμα, όμοιος με εμάς σέ όλα εκτός από την αμαρτία, μάς μεταδίδει την Θεότητά του και μάς καθιστά συγγενείς του κατά την φύση και την ουσία της Θεότητός του». Επίσης, λέγει ο ίδιος πατήρ της Εκκλησίας, ότι «ο Θεός Λόγος έλαβε από εμάς σάρκα, που δεν είχε εκ φύσεως και έγινε άνθρωπος, που δεν ήταν. Από τότε μεταδίδει στους πιστούς την Θεότητά του, την Οποία κανείς από τους αγγέλους ή τους ανθρώπους δεν είχε αποκτήσει. Μ᾿ αυτόν τον τρόπο γίνονται θεοί κατά χάρη και θέση, που δεν ήταν. Έτσι χαρίζει σ᾿ αυτούς την εξουσία να γίνονται τέκνα Θεού (Ιωάν. 1: 12)·  Άκουσε, λέγει ο άγιος Συμεών και τον θείο Παύλο που παρακινεί σ᾿ αυτό: «Όπως φορέσαμε την εικόνα τοῦ γήινου, ας φορέσουμε και την εικόνα του επουράνιου.» (Α´ Κορ. 15: 49).
Η σάρκωση του Λόγου αποτελεί το επίκεντρο της πίστεως μας. Έγινε, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου (Γαλ. δ΄, 4), δηλαδή ο «καιρός», που όρισε ο Πατήρ στο σχέδιο της «θείας περί τον άνθρωπο οικονομίας» Του. Τότε έστειλε ο Πατήρ τον Υιό του τον μονογενή στον κόσμο, να γίνει άνθρωπος από γυναίκα, για να λυτρώσει τον άνθρωπο από την πτώση του στην αμαρτία. Η θεία σάρκωση απέβλεπε στη σωτηρία του ανθρώπου, όπως αναφέρεται ρητά και στο ιερό Σύμβολο της πίστεως μας: «Τον δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα εκ των ουρανών και σαρκωθέντα εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπήσαντα».
Η σάρκωση του Λόγου είναι μετατόπιση, μετακίνηση του Λόγου από τον ουρανό στη γη. Φυσικά πρόκειται για έκφραση σαφώς ανθρωποπαθή, κομμένη στα φυσικά μέτρα μας, γιατί ό Θεός, ως το άπειρο και απόλυτο πνεύμα, που συνέχει, συγκρατεί και πληροί τα πάντα, δεν μετακινείται στον έκτακτο χώρο, όπως μετακινούνται τα φυσικά κτίσματα. Άλλωστε ο χώρος, ως δημιούργημα και αυτός του Θεού, βρίσκεται μέσα στο Θεό, και όχι το αντίθετο, ο Θεός στο χώρο. Η ενανθρώπηση δεν είναι «μετάβασις τοπική, αλλά συγκατάβασις θεϊκή» (Ακάθιστος Ύμνος) με την έννοια ότι ο Λόγος, χωρίς να χάσει το θείο του αξίωμα ως δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδος. Η σάρκωση εισήλθε οντολογικά και ουσιαστικά σε μια καινούργια φάση ζωής, προσλαμβάνοντας στο πρόσωπό του «ασυγχύτως και αδιαιρέτως» τη φύση του ανθρώπου, πράγμα που συμπίπτει με τη θεία του «κένωση».
Αν η σάρκωση του Χριστού εκτείνεται μέσα στον χρόνο είναι γιατί Αυτός που σαρκώθηκε δεν ήταν ένα τυχαίο όν, αλλά ο Ίδιος ο Θεός «που έκλινε ουρανούς και κατέβη». Είναι σαφής η μαρτυρία τοῦ αγίουΙωάννου τοῦ Θεολόγου και Ευαγγελιστού που λέγει στην αρχή του Ευαγγελίου του ότι, «εν αρχή ην ο Λόγος και ο Λόγος ην προς τον Θεόν και Θεός ην ο Λόγος...Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν». Σκοπός τηςΕνανθρωπήσεως ήταν η θέωση του ανθρώπου, η επανασύνδεσή του δηλαδή με τον Δημιουργό του, από τονΟποίο είχε ξεπέσει λόγω της αμαρτίας του. ῾Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο για να καθαρίσει την εικόνα του Θεού μέσα στον άνθρωπο και να του ανοίξει και πάλι την χαμένη του προοπτική, ώστε να ομοιάσει στον Θεό.
Σέ όλο αυτό το μεγαλειώδες σχέδιο τοΘεού που η ανθρώπινη λογική αδυνατεί να κατανοήσει, υπάρχουν δύο καίριες αλήθειες: α) Το μέγεθος της αγάπης του Θεού και β) η άπειρη ταπείνωσή Του.
Πράγματι, ο πιστός άνθρωπος στο γεγονός των Χριστουγέννων αναγνωρίζει ως γενεσιουργό αιτία την αγάπη του Θεού. Η αγάπη του Θεού διαπιστώνεται όχι μόνο κατά την συγκεκριμένη στιγμή της Θείας Ενανθρωπήσεώς Του, αλλά και κατά την προετοιμασία του ερχομού Του, όπως και στην συνέχεια μετά από αυτήν, καθώς η προετοιμασία του ερχομού Του γίνεται με την αποστολή των προφητών του Θεού την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης. Οι προφήτες της Π. Διαθήκης ως έργο είχαν ακριβώς να κηρύσσουν την μετάνοια στον λαό του Θεού, όταν εκείνος απομακρυνόταν από την ορθή πορεία του και να ανανεώνουν την αρχική υπόσχεση του Θεού. Έτσι η αγάπη του Θεού δεν άφηνε τον κόσμο, κάτι που ιδιαιτέρως φάνηκε, όταν ήλθε η ώρα, για να έλθει όχι κάποιος απλός απεσταλμένος Του αλλά ο Ίδιος ο Υιός Του.
Η
γέννηση τοΥνιού και Λόγου τοΘεού ως ανθρώπου αποτελεί την κορυφαία εκδήλωση της αγάπης του Θεού για τον άνθρωπο. Αγάπης που έφθασε στο αποκορύφωμα με την Σταυρική Του θυσία.  
Με την ενανθρώπησή του ο Λόγος πήρε στα χέρια του τη φύση από σημείο, που ο Αδάμ την άφησε, αδυνατώντας να την οδηγήσει στην αλήθειά της. Ανέλαβε ο ίδιος τη χαμένη της υπόθεση, πετυχαίνοντας με την απειροδυναμία του θεανδρικού προσώπου του το θεοδύναμο προορισμό της. Απάλειψε από τη φθαρμένη φύση το λάθος της παρακοής, αφαιρώντας απ’ αυτήν που απέκτησε η προγονική παράβαση. Καθάρισε την «εικόνα» από τη αμαύρωση της αμαρτίας. Έκανε να λάμψουν και πάλι οι θεοειδείς χαρακτήρες της, η αρχέγονή της ευγένεια και λαμπρότητα. Ένωσε την ανθρώπινη φύση με τη θεότητα, κάνοντας τον άνθρωπο «κατά χάρη» θεό. Τη θέωση της φύσεως του ανθρώπου θα πετύχαινε βέβαια και ο πρώτος άνθρωπος στο μέτρο, που θα παρέμενε πιστός στη φυσική του ενέργεια. Όμως η πτώση ανέκοψε τον θεοδύναμο αυτόν προορισμό.
Το θαύμα της λυτρώσεως επιτεύχθηκε στη διαμόρφωση του θεανδρικού προσώπου του Χριστού. Στο αΐδιο πρόσωπο του Λόγου ενώθηκαν «εξ άκρας συλλήψεως», δηλαδή από την πρώτη στιγμή της μορφώσεως του εμβρύου Χριστού στη μήτρα της Παρθένου, η θεία φύση και η ανθρώπινη, που δέθηκαν στενά σε μια περιχώρηση ουσιαστική και οντολογική, ασύγχυτη και αδιαίρετη. Στο πρόσωπο του Λόγου έγινε και η αντίδοση των ιδιωμάτων των φύσεων, της θείας στην ανθρώπινη και της ανθρώπινης στη θεία.
     Στο θαύμα της λυτρώσεως κυρίαρχη θέση κατέχει η θεία φύση. Σ’ αυτήν θεοποιείται η ανθρώπινη και αυτή καθιστά αποτελεσματικό το σωτήριο έργο του Χριστού. Όμως στο σχέδιο του Θεού γίνεται απαραίτητη και η συνέργεια της ανθρώπινης φύσεως. Αυτή την έννοια έχει το μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Ενώ θα μπορούσε ο Θεός με ένα παντοδύναμο λόγο του να συντρίψει την αμαρτία και το διάβολο, σώζοντας μια για πάντα το πλάσμα του, δεν το έκανε, γιατί αυτό ήταν αντίθετο με το σκεπτικό της ελευθερίας, που έδωσε εξ’ αρχής στον άνθρωπο. Γι’ αυτό εισήλθε στην ιστορία, έγινε άνθρωπος, έδωσε τη μάχη, εκεί που ηττήθηκε ο Αδάμ, πεθαίνοντας σε μια φύση φθαρτή και ποθητή για τη λύτρωση του κόσμου. Για τη σωτηρία του έπρεπε να δουλέψει κι ο ίδιος ο άνθρωπος, ενωμένος υποστατικά με το Θεό.
     Η ανθρώπινη φύση του Χριστού ήταν φύση οντολογική. Ο Χριστός έλαβε τη φύση του Αδάμ, χωρίς όμως να είναι «εξ Αδάμ». Προσέλαβε την προπτωτική φύση στην πληρότητά της, δηλαδή σώμα και ψυχή, όπως τα είχε και ο προπάτορας. Ωστόσο δεν βρισκόταν στην ιστορική συνέχεια εκείνου. Δεν καταγόταν γενετικά από τον Αδάμ· δεν είχε τη φύση του μονάρχη, όπως την έχουν οι άλλοι μεταπτωτικοί άνθρωποι, που κατάγονταν απ’ αυτόν. Δεν είχε φυσικό πατέρα ο Χριστός. Ήταν «απάτωρ εκ μητρός». Την ανθρωπότητά του την πήρε αποκλειστικά από τη Μητέρα του, που ήταν πρόσωπο υπαρκτό. Τη θέση του φυσικού πατέρα αναπλήρωσε το Πνεύμα το άγιο, το οποίο κατέβαλε στη μήτρα της Παρθένου την ανθρώπινη φύση του σαρκωθέντος Λόγου. Έτσι ο Χριστός, επειδή καμμιά γενετική σχέση δεν είχε με την πεσμένη φύση του Αδάμ, δεν κληρονόμησε το αμάρτημα εκείνου, το οποίο μεταδίδεται σε κάθε άνθρωπο με τη φυσική γέννηση. Με άλλα λόγια ο Χριστός είχε μεν τη φύση του  Αδάμ χωρίς όμως το επιγενές στοιχείο της αμαρτίας. Πήρε φύση αναμάρτητη, πλασμένη απ’ ευθείας από το Θεό, έξω από τη λειτουργία του φυσικού νόμου της συλλήψεως.
Στην αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού επικεντρώνεται και η αλήθεια του χριστολογικού θαύματος. Ένας ψεύτικος ή μειωμένος Χριστός δεν θα μπορούσε να σώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον αιώνιο πνευματικό θάνατο. Προς την κατεύθυνση αυτή προσανατόλιζαν τη σκέψη όλες εκείνες οι αιρέσεις, που κατά το έναν ή τον άλλον τρόπο προσέβαλαν την ανθρώπινη φύση του Χριστού, τις αιρέσεις αυτές σθεναρά καταπολέμησε η Εκκλησία, διότι οι αιρέσεις, κακοποιώντας την αλήθεια της ανθρώπινης φύσης του Χριστού, έπλητταν ανελέητα και το λυτρωτικό έργο του. Ένας Χριστός φάντασμα, που δεν είχε λογικό νου ή ήταν άψυχος, και του οποίου η ανθρώπινη φύση Του είχε αφομοιωθεί από την θεϊκή Του ή είχαν αφαιρεθεί απ’ αυτήν οι φυσικές ανάγκες της, δηλαδή, θα ήταν ένας Χριστός αθέλητος και ανενέργητος ή χωρισμένος σε Θεό και άνθρωπο. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε  να σώσει τον άνθρωπο.
Η  Εκκλησία μπροστά στο διαγραφόμενο αυτό κίνδυνο αντέδρασε σθεναρά, καταπολεμώντας όλες τις αιρέσεις αυτές. Τόνιζε σε κάθε βήμα την αλήθεια, την πληρότητα και την ακεραιότητα της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Ο Χριστός ήταν πλήρης και τέλειος άνθρωπος. Πήρε φύση ολοκληρωμένη και ακέραιη, γιατί, αν έπαιρνε μειωμένη, δεν θα μπορούσε να τη σώσει στο μέρος, που της έλειπε, να την ανακεφαλαιώσει και να την αγιάσει στην αρχέγονή της αλήθεια και πληρότητα, σημειώνει ο Άγιος Ειρηναίος. «Το απρόσληπτον αθεράπευτον», θα πει επιγραμματικά ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, αντικρούοντας την αίρεση του  Απολιναρίου. Κατά του Νεστορίου δε, θα τονίσει τη μεγάλη χριστολογική αλήθεια, ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού δεν είχε δικό της πρόσωπο, ήταν φύση απρόσωπη, με την έννοια ότι, ως άνθρωπος ο Κύριος, δεν έζησε ούτε μία στιγμή έξω από το μυστήριο της υποστατικής ενώσεως των φύσεων, που έγινε «εξ άκρας συλλήψεως» στη θεοχώρητη μήτρα της Παρθένου.
      Στην ανθρωπότητα του Χριστού γίνεται η θέωση του σώματος της Εκκλησίας. Τα σώματα των Αγίων, που είναι μυστικά ενσωματωμένα στην «καθολικότητα» της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, διαπερνώνται από την άκτιστη θεία ενέργεια και φλογίζονται από το μακάριο φως του Χριστού, απαστράπτοντας τη δόξα της αγίας Τριάδος. Όλα αυτά αποτελούν και τη μακαριότητα της θείας βασιλείας, που συνιστά  τον σκοπό μας ως ανθρώπων, ώστε να γίνουμε όμοιοι με τον  Χριστό.
Κλίνοντες τα γόνατα ενώπιον τοῦ Θείου Βρέφους της Βηθλεέμ και της βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αυτού και προσκυνούντες τον ενανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ευχόμεθα να διέλθουμε  το ιερό Δωδεκαήμερο με υγεία και ειρήνη. Μία ειρήνη, όχι όπως την βιώνουμε σήμερα, αλλά όπως την μετέφεραν οι Άγγελοι του Θεού, κατά την στιγμή της Θείας κενώσεως. «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία».
Χαρούμενα και ευφρόσυνα Χριστούγεννα!